ΤΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ

Εισήγηση του Περικλή Νεάρχου, Πρέσβεως ε.τ. στην ημερίδα για την Κύπρου, που έγινε στις 09/01/2016, στο Πολεμικό Μουσείο.

Πρωταγωνιστής της τραγωδίας της Κύπρου το 1974 ήταν ο Χένρυ Κίσσιγκερ, που κυριάρχησε για μια ολόκληρη περίοδο στην Αμερικανική εξωτερική πολιτική, με τη διπλή ιδιότητα που είχε ως υπουργός Εξωτερικών και ταυτόχρονα ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Προέδρου. Η έκπτωση του Προέδρου Νίξον από το αξίωμα και η διαδοχή του από τον άπειρο Πρόεδρο Φορντ, άφησε τον Κίσσιγκερ ακόμη πολύ ισχυρότερο.

Σαράντα τρία χρόνια μετά, ο Αμερικανικός παράγων, σε σύμπνοια και συνεργασία πάντα με τον Βρετανικό, παρεμβαίνει πάλι καταστροφικά, για δεύτερη φορά, σε βάρος της Ελληνικής πλευράς στην Κύπρο. Ο νέος πρωταγωνιστής του παρασκηνίου είναι η υφυπουργός για Ευρωπαϊκά και Ευρασιατικά θέματα Βικτώρια Νούλαντ, γνωστό γεράκι της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, που πρωτοστάτησε εκ μέρους των ΗΠΑ στο θέμα της Ουκρανίας.

Μεσολάβησε μεταξύ 1974 και 2017 η απόπειρα επιβολής του σχεδίου Ανάν, το 2004, με πρωτοστάτες τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Χόλμπρουκ και τον Βρετανό λόρδο Χάνεϋ. Η απόπειρα επιβολής του σχεδίου Ανάν συνδυάσθηκε με σχέδια προσεταιρισμού της Τουρκίας για την εξασφάλιση της συνεργασίας της στον πόλεμο του Ιράκ αλλά και γενικότερα για την ενίσχυση των δεσμών της με την Αμερικανική πολιτική στην περιοχή και με το ΝΑΤΟ.

Κύριος στόχος των Αμερικανικών και των Βρετανικών παρεμβάσεων, από τη δεκαετία ήδη του 1860 και συγκεκριμένα από την κρίση του 1963-64, ήταν η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αντικατάστασή της από ένα μόρφωμα, στο οποίο θα είχε καθοριστικό ρόλο ο Τουρκικός παράγων, ώστε η Κύπρος να μην έχει, στην πραγματικότητα, καμιά ουσιαστική ανεξαρτησία και κυριαρχία. Ο προηγούμενος λειτουργικός διαχωρισμός των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, θα έπρεπε, με τη λογική αυτή, να γίνει διαχωρισμός επί του εδάφους, όπως διεκδικούσε και η Τουρκική πλευρά, στο πλαίσιο της δικής της στρατηγικής.

Η ικανοποίηση της Τουρκικής πλευράς στην Κύπρο ήταν σταθερή παράμετρος της Αμερικανικής πολιτικής. Όσοι αφελώς πίστευαν ότιθα αρκούσε η εξυπηρέτηση των αμιγώς Αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων για να εξασφαλισθεί η Αμερικανική υποστήριξη στο Κυπριακό, πλανώνται. Ο λόγος είναι προφανής: αναγνωρίζουν ότι η Αμερικανική πλευρά θεωρεί ως μεγάλο δικό της στρατηγικό συμφέρον τις στενές σχέσεις και τη συμμαχία με την Άγκυρα, στο πλαίσιο του γεωπολιτικού της ανταγωνισμού παλαιότερα με τη Σοβιετική Ένωση και σήμερα με τη Ρωσία του Πούτιν. Αυτό σημαίνει πρακτικά στο Κυπριακό ότι η Αμερικανική πολιτική συνδυάζει την εξυπηρέτηση των δικών της γεωπολιτικών και στρατηγικών επιδιώξεων, με την ικανοποίηση και της Τουρκίας, στην οποία αποδίδει μεγαλύτερη γεωστρατηγική σημασία, σε σχέση με την Ελλάδα. Η εκτίμηση αυτή δεν απορρέει μόνο από αντικειμενικούς παράγοντες, όπως η γεωγραφία, ο πληθυσμός, τα σύνορα με τη Ρωσία, η Μουσουλμανική ταυτότητα. Απορρέει επίσης από υποκειμενικούς παράγοντες, Αυτούς, κατά πρώτο λόγο, που αφορούν την ηγεσία και τον ιδεολογικό και πολιτικό έλεγχο πάνω σ’ αυτήν. Μια ηγεσία, που υπόκειται ευκολότερα σε ξένη επιρροή και εξάρτηση, διευκολύνει την άσκηση πολιτικής και επιρροής από μια ξένη δύναμη σε βάρος των ίδιων των συμφερόντων της χώρας.

Το Νέο Σενάριο Νούλαντ για το Κυπριακό

Η Αμερικανική πολιτική στην περιοχή, όπως εκφράζεται ακόμη από την απερχόμενη Προεδρία Ομπάμα – Κλίντον, διαπνέεται από τον έντονο ανταγωνισμό με τη Ρωσία. Ειδικότερα, από σενάρια ανασχέσεως και αντισταθμίσεως της Ρωσικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη διαμόρφωση εναλλακτικών σχεδίων για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. Το τελευταίο αποτελεί μόνιμη Αμερικανική στρατηγική εμμονή.

Καταλύτης για την αναμόρφωση των στρατηγικών ισρροπιών στη Μ. Ανατολή έγινε ο πόλεμος στη Συρία. Η Αμερικανική πολιτική, σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρα και την Τουρκία επεχείρησε να ανατρέψει, με υβριδικό πόλεμο, υπό το προσωπείο μιας ακόμη Αραβικής ψευδοεπαναστάσεως, τον Πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ Αλ Άσσαντ. Η ανατροπή του θα στερούσε από τη Ρωσία τις μόνες βάσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και θα επέτρεπε την κατασκευή του πολυθρύλητου αγωγού από το Κατάρ στην Ευρώπη για τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων φυσικού αερίου. Η Ρωσία θα δεχόταν, με τον τρόπο αυτό, ένα δεύτερο δεινό πλήγμα, γιατί οι ενεργειακές εξαγωγές της στην Ευρώπη θα μειώνονταν στο ήμισυ περίπου.

Η Ρωσική παρέμβαση στη Συρία, σε συνδυασμό με την παρέμβαση του Ιράν και της Χεσμολλάχ του Λιβάνου, ανέτρεψε τους σχεδιασμούς αυτούς. Η εγκληματική συνεργασία της Αμερικανικής πολιτικής, υπό την καθοδήγηση του Προέδρου Ομπάμα και της πρώην υπουργού Εξωτερικών Χίλλαρυ Κλίντον, με τους ακραίους Ισλαμιστές, περιήγαγε σε απαξίωση και αμηχανία την Αμερικανική πολιτική. Η τελευταία δεν μπορούσε να ταυτισθεί ανοικτά με τους ανεπίσημους προστατευομένους της, όπως, π.χ., η Αλ Κάϊντα και η Σαπχάτ Αλ Νούσρα. Ακόμη και ο προβαλλόμενος ως «μετριοπαθής» Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA) απεδείχθη εντελώς περιθωριακός στο πεδίο της μάχης και δρούσε ουσιαστικά ως σύμμαχος των δεδηλωμένων ακραίων Ισλαμιστών.

Υπό τις συνθήκες αυτές και ιδίως μετά τις ασύλληπτες βαρβαρότητες, στις οποίες επεδόθησαν οι ακραίοι Ισλαμιστές, παρουσιαζόμενοι μάλιστα ως οι θεμελιωτές ενός νέου Χαλιφάτου, η Αμερικανική πολιτική υπέστη δεινή, στρατηγική ήττα στη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα, η οποία πρωτοστάτησε στην ενίσχυση των ακραίων Ισλαμιστών, μαζί με τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, εισέπραξε το αντίτιμο της Νεμέσεως, με τη μορφή της δημιουργίας, κατά μήκος των συνόρων της, μιας νέας Αυτόνομης Κουρδικής Περιοχής στη Συρία. Η Ένοπλη Πολιτοφυλακή των Κούρδων της Συρίας (YPG) έχει επιπλέον στενές πολιτικές σχέσεις με το PKK των Κούρδων της Τουρκίας.

Η ανάδυση, με νέα μορφή και δυναμική, του Κουρδικού παράγοντα έφερε σε σύγκρουση την Άγκυρα, και ειδικότερα το καθεστώς Ερντογάν με τις ΗΠΑ. Οι τελευταίαες βλέπουν στον Κουρδικό παράγοντα στη Συρία έναν αξιόπιστο σύμμαχο, μετά την αυτονόμηση του Ισλαμικού Κράτους από τους αρχικούς χειραγωγούς του και την αδιάλλακτη ταύτισή του με την τρομοκρατία και τον ιερό Ισλαμιστικό πόλεμο. Η Άγκυρα ζητά από τις ΗΠΑ ν’ αναγνωρίσουν ως «τρομοκράτες» και τους Κούρδους μαχητές του YPG της Συρίας, εφόσον έχουν στενές σχέσεις με τους μαχητές του PKK της Τουρκίας, τους οποίους οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ως «τρομοκράτες».

Η σύγκρουση αυτή, σε συνδυασμό με τις Τουρκικές υποψίες και καταγγελίες, ότι οι ΗΠΑ βρίσκονταν πίσω από την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, έχουν οδηγήσει σε μεγάλη ένταση τις Τουρκο-Αμερικανικές σχέσεις. Καταφανώς, η Αμερικανική πολιτική δεν έχει εμπιστοσύνη στον Τούρκο Πρόερο, ο οποίος δεν κρύβει τις μεγάλες φιλοδοξίες της πολιτικής του και την Ισλαμιστική πλέον κατεύθυνση του καθεστώτος, που εγκαθιδρύει, με αναφορά το Οθωμανικό παρελθόν. Η Άγκυρα, μετά τη χρεωκοπία της Αμερικανικής στρατηγικής στη Συρία και την απροθυμία των ΗΠΑ να δεχθούν τις Τουρκικές θέσεις στο θέμα των Κούρδων της Συρίας, ανάγει το θέμα αυτό σε ύψιστη στρατηγική προτεραιότητα και επιδιώκει να αποτρέψει σύγκλιση πολιτικής των δύο υπερδυνάμεων πάνω σ’ αυτό, που θα καθιστούσε μάταιη και ανέφικτη κάθε αντίστασή της. Αναπτύσσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, επιδιώκοντας ταυτόχρονα ν’ αναγνωρισθεί ως παράγων περιφερειακής δυνάμεως.

Η ομάδα εξωτερικής πολιτικής του απερχομένου Προέδρου Ομπάμα, με εμβληματικό πρόσωπο της αντι-Ρωσικής πολιτικής τη Βικτώρια Νούλαντ, προσπαθεί, κάτω από τις νέες αυτές συνθήκες, της ισχυρής ιδίως παρουσίας της Ρωσίας στη Συρία και του ανεξάρτητου παιχνιδιού ισορροπίας της Τουρκίας μεταξύ των δύο μεγάλων, να προωθήσει ένα άλλο σενάριο. Λαμβάνει γι’ αυτό υπόψιν το γεγονός ότι η ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου αναδεικνύεται σ’ ένα νέο προνομιακό ενεργειακό χώρο. Σαφής ένδειξη γι’ αυτό είναι η ανακάλυψη του τεράστιου κοιτάσματος φυσικού αερίου, του Αλ Ζορ, στην Αιγυπτιακή ΑΟΖ, κοντά στο όριο με την Κυπριακή. Σαφής ένδειξη επίσης είναι η εκδήλωση ενδιαφέροντος για έρευνες στην Κυπριακή ΑΟΖ από διεθνείς κολοσσούς, όπως η Exxon Mobil, η  Total, η ENI.

Το σενάριο Νούλαντ περιλαμβάνει τους εξής στόχους:

α. έλεγχος των νέων ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου από Δυτικές, κατά το πλείστον, εταιρείες.

β. Αξιοποίηση των πόρων αυτών για εναλλακτικό εφοδιασμό της Ευρώπης, σ συνεδυασμό με τη μεταφορά από τις χώρες του Κόλπου και ειδικότερα το Κατάρ υγροποιημένου φυσικού αερίου, με επιδίωξη τη μείωση των Ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών στην Ευρώπη.

γ. «Συμμετοχή» της Τουρκίας στους ενεργειακούς πόρους της Ανατολικής Μεσογείου, ως δέλεαρ προσεταιρισμού της Τουρκίας. Προφανώς, η «συμμετοχή¨ αυτή θα είναι σε βάρος της ΑΟΖ της Ελλάδος και της Κύπρου.

σ. Σύσφιγξη, των σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρώπη, ως ένα άλλο αντάλλαγμα και δέλεαρ για τον προσεταιρισμό της Τουρκίας.

ε. Πλήρης Νατοϊκός έλεγχος της Κύπρου ως αντίβαρο στη Ρωσική παρουσία στη Συρία.

στ. «Λύση» Τουρκικών προδιαγραφών στο Κυπριακό ως ένα τρίτο δέλεαρ και αντάλλαγμα για τον προσεταιρισμό της Τουρκίας αλλά και ως απαραίτητο μέσο και προϋπόθεση για την προώθηση των άλλων στόχων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι υπάρχουσες κακές σχέσεις μεταξύ Ερντογάν και ΗΠΑ, δεν μειώνουν αναγκαστικά το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Τουρκία. Η τελευταία κατέχει μια εξαιρετική γεωστρατηγική θέση  και είναι, με το γεωγραφικό και το δημογραφικό της όγκο, ένας σημαντικός περιφερειακός παράγων. Οι ΗΠΑ, ανεξάρτητα από τον εκνευρισμό και τη δυσφορία που τους προκαλεί η πολιτική Ερντογάν, εξακολουθούν, βεβαίως, να ενδιαφέρονται για την Τουρκία και να έχουν κάθε λόγο για την αποτροπή μιας ενδεχόμενης γεωπολιτικής μετατοπίσεώς της.

Η Σπουδή για «Λύση» του Κυπριακού

Με βάση τους παραπάνω στόχους του σεναρίου Νούλαντ, αντιλαμβάνεται κανείς τη σπουδή του ξένου παράγοντα για την επιβολή «λύσεως» στο Κυπριακό. Η ομάδα Νούλαντ θα παραδώσει τη σκυτάλη της εξουσίας στους διαδόχους της, μετά την 20η Ιανουαρίου. Στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που απομένει, ασκεί ασφυκτικές πιέσεις για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ώστε να προχωρήσει η περιβόητη «λύση» του Κυπριακού και να παρουσιασθεί ως νίκη της Αμερικανικής διπλωματίας και προσωπικά του Προέδρου Ομπάμα. Ο τελευταίος τιμήθηκε προκαταβολικά με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, αλλά δεν έχει επιδείξει λύση κανενός προβλήματος, που θα δικαιολογούσε γι’ αυτόν τον τίτλο του ειρηνοποιού. Αντιθέτως, κατά τη διάρκεια της Προεδρίας του σημειώθηκε μια τεράστια υποτροπή του διεθνούς κλίματος στην Ευρώπη και έλαβε χώρα στη Μέση Ανατολή η επαίσχυντη υπόγεια υποστήριξη από τους Ομπάμα και Κλίντον των ακραίων Ισλαμιστών.

Προφανώς, η σπουδή για επείγουσα «λύση» στο Κυπριακό δεν δικαιολογείται μόνο από το Νόμπελ του Προέδρου Ομπάμα και τη ματαιοδοξία που καλλιερχούν οι παρατρεχάμενοί του. Οι σημερινοί εκφραστές της Αμερικανικής Εξωτερικής πολιτικής θέλουν ν’ αφήσουν παρακαταθήκες, οι οποίες να δεσμεύσουν και τον επόμενο Πρόεδρο, ο οποίος έχει ως δεδηλωμένη πολιτική την επιδίωξη υφέσεως στις Αμερικανο-Ρωσικές σχέσεις και την ανάπτυξη της Αμερικανο-Ρωσικής συνεργασίας.

Η ομάδα επίσης του απερχομένου Προέδρου Ομπάμα και η εμπνεόμενη απ’ αυτήν ομάδα του Γ. Γραμματέα του ΟΗΕ που εργάζεται για το Κυπριακό, με επικεφαλής τον ειδικό σύμβουλο του Γ. Γραμματέα Έσπεν Μπαρθ Άϊντα, αναφέρονται συνεχώς σε ιστορική ευκαιρία που υπάρχει Κυπριακό και διανοίγει προοπτική για τη «λύση» του. Ποιά είναι όμως αυτή η ιστορική ευκαιρία, εφόσον η Τουρκική πλευρά δεν έχει προβεί σε καμιά παραχώρηση και οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ασκούν πάνω στην Άγκυρα καμιά ουσιαστική πίεση;

Μήπως τελικά η λεγόμενη «ιστορική ευκαιρία» είναι η παρουσία στην Ελληνική πλευρά μιας ενδοτικής ηγεσίας, στο πρόσωπο του Προέδρου Αναστασιάδη και της ηγεσίας του κόμματός του, αλλά επίσης της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, που ταυτίζεται πλήρως με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και ορισμένες φορές υπερακοντίζει;

Η παρουσιαζόμενη μεγάλη πρόοδος στις διακοινοτικές συνομιλίες, συνίσταται ουσιαστικά σε επιτομή των διαδοχικών Ελληνικών παραχωρήσεων. Η υποτιθέμενη κοινή πολιτική βάση, που συμφωνήθηκε με το κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη / Έρογλου της 11ης Φεβρουαρίου του 2014, αποτελεί μνημείωο διπλής γλώσσας και απάτης σε βάρος της Ελληνικής πλευράς. Επεβλήθη, με παρέμβαση της Βικτώριας Νούλαντ και παρουσιάζετια ότι κατοχυρώνει δήθεν τις τρεις βασικές θέσεις της Ελληνικής πλευράς: τη μια δηλαδή κυριαρχία, τη μια διεθνή εκπροσώπηση και μια ιθαγένεια. Πρόκειται όμως για εμπαιγμό. Η διχοτόμηση της κυριαρχίας σε δύο ισότιμα, ισοκυρίαρχα μέρη, παρουσιάζεται ως μια δήθεν κυριαρχία. Στην πραγματικότητα όμως, καταλύεται οποιαδήποτε πραγματική κυριαρχία, γιατί η εξίσωση της μειοψηφίας του 18% με την πλειοψηφία του 80% καταλύει τη δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας και της λαϊκής κυριαρχίας. Επιπλέον, ο έλεγχος των Τουρκοκυπρίων από την Άγκυρα, θα μετέτρεπε στην περίπτωση αυτή, την Κύπρο σε δορυφόρο και προτεκτοράτο της Άγκυρας, εφόσον καμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να ληφθεί, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Άγκυρας. Η παρουσιαζόμενη, λοιπόν, ως δήθεν επανένωση, θα ήταν, στην πραγματικότητα, επανένωση της Κύπρου ως προτεκτοράτο της Άγκυρας!

Το ίδιο ισχύει με τις άλλες δύο βασικές αρχές, που έγιναν δήθεν αποδεκτές στο κοινό ανακοινωθέν. Η υποτιθέμενη ενιαία διεθνής εκπροσώπηση στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν δικέφαλη και υποκείμενη συνεχώς στην πίεση της Άγκυρας, εφόσον καμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να ληφθεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των ελεγχομένων από την Άγκυρα «ισοτίμων» Τουρκοκυπρίων.

Ειδικά σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση η Άγκυρα θα έμπαινε από την πίσω πόρτα, μέσω Κύπρου, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και θα είχε λόγο και ψήφο σ’ αυτό. Η Κύπρος αγωνίσθηκε, λοιπόν, να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να εισαγάγει, με την περιβόητη «λύση» της διζωνικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η ίδια να γίνει φερέφωνο της Άγκυρας, στο όνομα των Τουρκοκυπρίων, που στην πλειονοψηφία τους είναι ήδη έποικοι;

Σε ό,τι αφορά το μύθο της μιας δήθεν ιθαγένειας, ο εμπαιγμός υπερβαίνει κάθε όριο. Προβλέπεται από τις μέχρι τώρα συγκλίσεις να υπάρχουν τρεις διακριτές ιθαγένειες. Προβλέπεται επίσης για την απονομή της ομοσπονδιακής ιθαγένειας Επιτροπή ίσου αριθμού μελών από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Ποιός θα εμποδίσει την Επιτροπή, με μια τέτοια σύνθεση, να εκβιάζει για την απονομή ιθαγένειας σε όποιους θέλει η Τουρκική πλευρά; Υπάρχει ήδη το προηγούμενο των εποίκων. Σε άλλους απονεμήθηκε ήδη η ιθαγένεια του ψευδοκράτους και προτείνονται ως νόμιμος πληθυσμός του σχεδιαζόμενου «συνιστώντος Τ/Κ κράτους» και σε όλους τους άλλους απονέμεται ο τίτλος των εργαζομένων, με δικαίωμα παραμονής. Κανείς δηλαδή δεν φεύγει.

Γιατί η Ελληνική Πλευρά Επανεγλωβίσθηκε στις Διακοινοτικές Συνομιλίες, Μετά την Απόρριψη του Σχεδίου Ανάν,

        και Γιατί Σήμερα να Επισπεύδει για Δήθεν Λύση;

Λογικά, η Ελληνική πλευρά δεν είχε κανένα λόγο να παλινδρομήσει στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών, όταν το προϊόν που αυτές παρήγαγαν, μετά πό αλλεπάλληλους γύρους, ήταν το σχέδιο Ανάν, το οποίο απέρριψε, με βδελυγμία, ο Κυπριακός λαός. Το περιεχόμενο του σχεδίου ήταν ακριβώς η διζωνική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε με λεπτομέρειες σε όλους τους τομείς.

Η Ελληνική πλευρά θα έπρεπε αμέσως μετά να αλλάξει στρατηγική και να θέσει το Κυπριακό, ως Ευρωπαϊκό πλέον θέμα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με βάση τις Ευρωπαϊκές αρχές και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η παλινδρόμηση στο πλαίσιο του διακοινοτικού διαλόγου, έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να αποστασιοποιείται από το πρόβλημα και της ευθύνες της και να το παρουσιάζει ως δήθεν διακοινοτική διαμάχη. Έδωσε επίσης την ευκαιρία να επαναλάβει το ίδιο σενάριο του σχεδίου Ανάν και μάλιστα επί τα πολύ χείρω.

Η αυτοκαταστροφική αυτή πολιτική της Ελληνικής πλευράς, με αποκορύφωμα τη μοιραία πολιτική του σημερινού Προέδρου, υπονόμευσαν κυριολεκτικά τα μεγάλα χαρτιά της Ελληνικής πλευράς, που είναι το δίκαιο του αγώνα της, το πλεονέκτημα της συμμετοχής της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το σύνολο του εδάφους της, η Κυπριακή Δημοκρατία, που είναι το βάθρο του αγώνα του Κυπριακού λαού, το φυσικό αέριο που αναβάθμισε γεωστρατηγικά την Κύπρο και άνοιξε νέες προοπτικές για περιφερειακές στρατηγικές συμμαχίες της Κύπρου αλλά και της Ελλάδος. Για ποιο λόγο να επισπεύδει σήμερα η Κύπρος για δήθεν «λύση», προβαίνοντας συνεχώς σε νέες παραχωρήσεις, όταν δεν υπάρχουν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για μια ανεκτή και βιώσιμη λύση; Με ποια λογική να δεχθεί η Ελληνική πλευρά την παράδοση ολόκληρης της Κύπρου στον Τουρκικό στρατηγικό και γεωπολιτικό έλεγχο; Αντισταθμίζει αυτή την παραχώρηση η επιστροφή ενός 5% η 6% του κατεχόμενου εδάφους, όταν συνδυάζεται με την υποδούλωση της πλειοψηφίας στη μειοψηφία και μέσω αυτής στην Άγκυρα όπως επίσης με Τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή κατοχικού στρατού στην Κύπρο;

Η Τουρκική πλευρά επιμένει ανυποχώρητα στους όρους αυτούς και οι Τουρκικές θέσεις επιβαιβεώθηκαν, για μια ακόμη φορά, κατά την πρόσφατη συνάντηση στη Ν. Υόρκη των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδος και Τουρκίας. Εκτός όμως από τις εμφανείς και εντελώς σκανδαλώδεις πρόνοιες της συζητούμενης δήθεν «λύσεως», υπάρχει επίσης μια σειρά άλλων, που είναι λιγότερο γνωστές και λιγότερο ορατές. Μια απ’ αυτές αφορά την οικονομία, που μένει ακόμη στο ημίφως των συζητήσεων. Οι όψεις του θέματος είναι πολλές: είναι ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός και η κατανομή του. Είναι η λειτουργία μιας δικέφαλης Κεντρικής Τράπεζας. Είναι οι τράπεζες στα κατεχομένα, που είναι πλυντήρια μαύρου χρήματος και δεν υπάρχει γι’ αυτές καμιά αντικειμενική εικόνα. Είναι οι αποζημιώσεις και το κόστος της λύσεως και ποιοί θα το πληρώσουν. Είναι, τέλος, ο κίνδυνος Τουρκικής οικονομικής εισβολής στην Κύπρο και η οικονομική κατάκτηση του νησιού, πέραν του στρατηγικού και γεωπολιτικού ελέγχου.

Το Κρισιμότατο Θέμα της ΑΟΖ και του Φυσικού Αερίου

Ένα άλλο θέμα, που παραπέμπεται σε τεχνικές επιτροπές και αφήνεται ουσιαστικά να ρυθμισθεί μετά τη «λύση», είναι η ΑΟΖ και η οριοθέτησή της, σε σχέση με την ΑΟΖ της Τουρκίας. Μετά τη λύση, δεν θα υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία για να υπερασπίσει τη σημερινή της ΑΟΖ. Η Άγκυρα έχει για τα νησιά τις γνωστές θεωρίες της, σε ό,τι αφορά υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Το έχει κάνει πράξη με το ψευδοκράτος με μια συμφωνία που υπέγραψε. Αφήνει μ’ αυτήν στο ψευδοκράτος ΑΟΖ μόνο εντός των χωρικών του υδάτων (12 ν.μ).

Τί θα γίνει με την ΑΟΖ της Κύπρου και το φυσικό αέριο; Το ισότιμο και συγκυρίαρχο Τουρκοκυπριακό «κράτος», θα συνταχθεί, βεβαίως, σε μια τέτοια περίπτωση με την Άγκυρα. Ποιός θα υπερασπίσει την Κυπριακή ΑΟΖ, μετά την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Το ερώτημα τίθεται και για την ΑΟΖ της Ελλάδος, στο επίμαχο τρίγωνο Κύπρος – Ελλάδα – Αίγυπτος. Μέσω Κύπρου, η Άγκυρα θα επεδίωκε, μετά τη «λύση», να διεισδύσει στον κρίσιμο χώρο των ενεργειακών αποθεμάτων της Ανατολικής Μεσογείου, εκεί που τώρα διαγκωνίζονται παγκόσμιοι ενεργητικοί κολοσσοί. Θα ήταν άγος και όνειδος για ολόκληρο τον Ελληνισμό, να επιτρέψει στην Άγκυρα να αρπάξει, μέσω της δήθεν «λύσεως» του Κυπριακού, το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου της Κύπρου και ταυτόχρονα να εισβάλει στην ΑΟΖ της Ελλάδος.

Ο Πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης, με την Αποδοχή της Πενταμερούς και τις Άλλες Παραχωρήσεις, στις Οποίες Προέβη, Έθεσε την Ελληνική Πλευρά σε Δεινή Θέση

|Οι τελευταίες υποχωρήσεις Αναστασιάδη, στο περίφημο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου, με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί, χωρίς καμιά συνεννόηση με το Εθνικό Συμβούλιο στην Κύπρο και με την Αθήνα, τον απαξιώνουν πλήρως ως ηγέτη του Κυπριακού Ελληνισμού και Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι έκπτωτος στη συνείδηση του Κυπριακού λαού αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού, που παρακολουθεί, με έκπληξη και απορία, την κατρακύλα Αναστασιάδη και την ανατροπή  όλων ουσιαστικά των κόκκινων γραμμών διαπραγματεύσεως της Ελληνικής πλευράς.

Σε τρεις ημέρες, θα λάβει χώρα, μέσα σε θολό τοπίο, η Διάσκεψη της Γενεύης. Ανεξάρτητα από την έκβασή της, θα προκαλέσει, σε κάθε περίπτωση, τεράστια διπλωματική ζημιά στην Ελληνική πλευρά. Είναι προφανές ότι εάν η Ελληνική πλευρά υποχωρήσει και στα κεφαλαιώδη θέματα των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικού στρατού και μετά τη λύση αλλά και σε μια σειρά άλλα κρίσιμα θέματα, θα επιτρέψει στην Άγκυρα να καταγάγει εκ του ασφαλούς μια αναπάντεχη στρατηγική νίκη τεραστίας σημασίας, όταν η ίδια αναδιπλώνεται ταπεινωτικά από τις μεγάλες φιλοδοξίες της στη Συρία και στο Ιράκ.

Με δεδομένη την πολιτική Αναστασιάδη, που δεν εκπροσωπεί πλέον τον Κυπριακό λαό, το μεγαλύτερο μέρος των ευθυνών πέφτει τώρα στους ώμους των Αθηνών. Η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδος και Τουρκίας έδωσε ένα σαφές στίγμα της Τουρκικής αδιαλλαξίας. Αποδοχή από την Ελληνική πλευρά μιας δήθεν «λύσεως», που θα παρέδιδε ολόκληρη την Κύπρο στην Άγκυρα, στο πλαίσιο ξένων στρατηγικών και γεωπολιτικών συμφερόντων, θ’ αποτελούσε επαίσχυντη συνθηκολόγηση και εθνικό έγκλημα.

Pin It